είσαι για μια βόλτα στο Λυκαβητό..., φίλε;
ποιος είσαι, φίλε; δεν σε ξέρω, φίλε. τσιγάρο, φίλε. τη φωτιά σου δώσ' μου, κάθισε κοντά μου λίγο, έτσι,για να ζεσταθώ απόψε... φίλε!
κάτω από ένα βαρύ γκρίζο ουρανό, σε μια μεγάλη σκονισμένη πεδιάδα, χωρίς δρόμους, χωρίς χλόη, χωρίς ένα γαϊδουράγκαθο, χωρίς μια τσουκνίδα, συνάντησα ανθρώπους πολλούς να περπατούν σκυφτοί... Σταμάτησα έναν από αυτούς τους ανθρώπους και τον ρώτησα που πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε ότι δεν ήξερε τίποτε, ούτε αυτός, ούτε οι άλλοι, αλλά προφανώς κάπου πήγαιναν, αφού τους ωθούσε μια ακατανίκητη ανάγκη να προχωρούν. Όλα αυτά τα σοβαρά και κουρασμένα πρόσωπα δεν μαρτυρούσαν καμία απελπισία. κάτω από το μελαγχολικό θόλο του ουρανού, με τα πόδια βουτηγμένα στη σκόνη μιας γης θλιμμένης όσο αυτός ο ουρανός, πορεύονταν με την καρτερική φυσιογνωμία αυτών που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν για πάντα...
μη φεύγεις φίλε... λίγο ακόμα μείνε...
Ταξίδευα. Το τοπίο μέσα στο οποίο βρισκόμουν είχε ένα ακαταμάχητο μεγαλείο και μια ευγένεια: Μία μεγάλη σκονισμένη πεδιάδα, πάνω από ένα βαρύ γκρίζο ουρανό. Χωρίς δρόμους. Χωρίς χλόη. Χωρίς ένα γαϊδουράγκαθο, χωρίς μια τσουκνίδα. Μόνος.
Labels: green bottles, myths, years



//WeAreAllTomorrow'sParties: